Το παιδί μου δεν μιλά καθαρά και τραυλίζει. Για ποιο να ανησυχήσω περισσότερο;

Το παιδί μου δεν μιλά καθαρά και τραυλίζει. Για ποιο να ανησυχήσω περισσότερο;

Ο τραυλισμός είναι μία πολυσύνθετη νευρογλωσσική διαταραχή, πολυπαραγοντική στην αιτιολογία της, με πιθανές επιπτώσεις στη ζωή του παιδιού και της οικογένειας. Συχνά συνυπάρχει με άλλες διαταραχές που χρειάζεται να αντιμετωπιστούν με λογοθεραπεία. Μία από αυτές είναι η δυσκολία που μπορεί να υπάρχει όταν ένα παιδί δεν μιλά καθαρά ή αλλιώς η εξελικτική φωνολογική διαταραχή.

Ο τραυλισμός στην προσχολική ηλικία.

Τα πρώτα συμπτώματα (δυσροές) εμφανίζονται συνήθως στην προσχολική ηλικία, μεταξύ του 2ου και 5ου έτους,  περίοδο κατά την οποία η ομιλία και ο λόγος των παιδιών εξελίσσεται ραγδαία. Η εμφάνιση των συμπτωμάτων είναι αποτέλεσμα της συνέργειας οργανικών, γλωσσικών, περιβαλλοντικών και ψυχολογικών παραγόντων. Οι οργανικοί παράγοντες σχετίζονται με την κληρονομική προδιάθεση που έχουν κάποια παιδιά να εμφανίσουν τραυλισμό, με τις κινητικές δεξιότητες των οργάνων της άρθρωσης και με διαφορές στη δομή και λειτουργία του εγκεφάλου των παιδιών που τραυλίζουν.

Στους περιβαλλοντικούς συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων, η λειτουργία της οικογένειας σαν σύστημα, οι ρυθμοί της καθημερινότητας, η ανησυχία των γονιών, οι αντιδράσεις της κοινωνίας σχετικά με τον τραυλισμό, οι πιέσεις που ασκούνται στο παιδί από τις προσδοκίες του περιβάλλοντος. Οι ψυχολογικοί παράγοντες συμπεριλαμβάνουν κυρίως χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας του παιδιού που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο το παιδί αντιδρά και διαχειρίζεται όσα συμβαίνουν στο περιβάλλον.

Οι γλωσσικοί παράγοντες αφορούν στον λόγο και στην ομιλία του παιδιού. Ο λόγος περιλαμβάνει τις λειτουργίες της γλωσσικής έκφρασης (λεξιλόγιο, σύνταξη, ανάκληση λέξεων, ικανότητα αφήγησης και περιγραφής κ.α.) και γλωσσικής κατανόησης. Η ομιλία, περιλαμβάνει τους ήχους, τα φωνήματα της γλώσσας, οργανωμένα σε λέξεις, και την εκφορά των λέξεων κατά την επικοινωνία.

Ανάπτυξη ομιλίας και φωνολογικές δυσκολίες.

Κατά τη περίοδο γλωσσικής ανάπτυξης αναδύονται στην ομιλία των παιδιών νέα φωνήματα που σταδιακά ενσωματώνονται σε όλο και περισσότερες λέξεις.  Με την πάροδο του χρόνου, λέξεις που ήδη υπάρχουν στο λεξιλόγιο του παιδιού βελτιώνονται και ακούγονται πιο κοντά στην τυπική τους μορφή.

Αυτή η σταδιακή εξέλιξη συμβαίνει επειδή τα περισσότερα παιδιά απλοποιούν τις λέξεις συστηματικά, με τρόπους που κάνουν τις λέξεις πιο εύκολες να τις πουν. Αυτές οι συστηματικές απλοποιήσεις μειώνονται με την ηλικία και σταδιακά καταργούνται μέχρι την ηλικία των 6 ετών. Έτσι, ενώ ένα παιδί παρατηρείται να λέει τη λέξη αυτοκίνητο «τίτιτο» στην ηλικία των 2 ετών, στην ηλικία των 4 ετών μπορεί να λέει τη λέξη κανονικά.

Υπάρχουν, ωστόσο, παιδιά που αργούν να βάλουν όλους τους φθόγγους στην ομιλία τους ή αργούν να καταργήσουν τους τρόπους απλοποίησης της ομιλίας που χρησιμοποιούν. Η δυσκολία που χαρακτηρίζεται από αργή ή άτυπη εξέλιξη του συστήματος της ομιλίας ονομάζεται φωνολογική διαταραχή. Ένα παιδί με φωνολογική διαταραχή που είναι πολύ πίσω στην ομιλία του, σε σχέση με άλλα παιδιά της ηλικίας του, μπορεί να δυσκολεύεται να επικοινωνήσει με τους γύρω του με αποτέλεσμα να μην γίνεται πάντα κατανοητό.

Φωνολογικές δυσκολίες και τραυλισμός.

Με βάση έρευνες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα, η πιθανότητα  ένα παιδί να παρουσιάσει φωνολογικές δυσκολίες στην πορεία κατάκτησης του λόγου και της ομιλίας, κυμαίνεται μεταξύ 10% και 25%. Έρευνες που αφορούν στα παιδιά που τραυλίζουν καταδεικνύουν ότι, το 1/3 περίπου των παιδιών που τραυλίζουν παρουσιάζει και φωνολογικές δυσκολίες.

Σύμφωνα με τον Conture (2001), η παρουσία φωνολογικών δυσκολιών σε παιδιά που τραυλίζουν είναι συχνότερη από ότι σε παιδιά με τυπική ροή ομιλίας. Ερευνητές όπως ο Bloodstein (1987) και ο Guitar (1998), αναφέρουν ότι τα παιδιά που τραυλίζουν έχουν την προδιάθεση να παρουσιάζουν «ανώριμη» εξέλιξη στην ομιλία και στο λόγο, λόγω κινητικών δυσκολιών στα όργανα της άρθρωσης.

Άλλες έρευνες αναφέρουν ότι η αργή εξέλιξη στην ομιλία και στο λόγο των παιδιών που τραυλίζουν χαρακτηρίζεται από κατάκτηση φωνημάτων σε μεγαλύτερη ηλικία, χρήση περισσότερων φωνολογικών απλοποιήσεων, κατάκτηση πρώτων λέξεων και προτάσεων με πιο αργούς ρυθμούς καθώς και αργή ανάπτυξη λεξιλογίου και σύνταξης.

Εάν λοιπόν ένα παιδί, έχει φωνολογικές και γλωσσικές δυσκολίες κατά την περίοδο που ξεκινά να τραυλίζει, μπορεί να νοιώσει ότι η ομιλία είναι κάτι δύσκολο και έτσι η επικοινωνία αρχίζει να γίνεται προβληματική. Ως συνέπεια μπορεί να διστάζει να μιλά, να «παλεύει» με τις λέξεις και να καταλήγει να τραυλίζει περισσότερο.

Οι ερευνητές δεν έχουν ακόμη καταλήξει στους λόγους για τους οποίους ο τραυλισμός και οι δυσκολίες ομιλίας συνυπάρχουν. Κυριαρχούν 3 υποθέσεις: η πρώτη, ακολουθεί μία ψυχο-κοινωνική προσέγγιση υποστηρίζοντας ότι τα παιδιά με δυσκολία επικοινωνίας αποκτούν μία αίσθηση αποτυχίας σαν ομιλητές που τα οδηγεί στο να δυσκολεύονται στη ροή. Η δεύτερη, θεωρεί ότι υπάρχουν κοινοί παράγοντες προδιάθεσης πίσω από τις δύο δυσκολίες. Η τρίτη, υποστηρίζει ότι πίσω από τις δύο διαταραχές υπάρχει μια κοινή «κεντρική νευρολογική δυσλειτουργία επεξεργασίας» (Byrd & Cooper, 1989).

Φαίνεται λοιπόν, ότι τραυλισμός και φωνολογικές δυσκολίες συσχετίζονται και αλληλεπιδρούν. Η συνύπαρξη των δύο δυσκολιών κάνει πολλές φορές πιο δύσκολη την αποκατάσταση και μπορεί να οδηγήσει στο να εδραιωθεί ο τραυλισμός. Ο λογοθεραπευτής που θα αναλάβει να εκτιμήσει το παιδί που τραυλίζει θα πρέπει να έχει συνολική εικόνα της εξέλιξης του λόγου και της ομιλίας του.

Χρειάζεται να χρησιμοποιήσει τα κατάλληλα διαγνωστικά εργαλεία για να βγάλει σαφή και αναλυτικά συμπεράσματα για τη συνολική εικόνα του γλωσσικού συστήματος και της ροής της ομιλίας. Με βάση τα αποτελέσματα αυτής της εκτίμησης, θα μπορέσει να πάρει αποφάσεις όσο αφορά τις προτεραιότητες που πρέπει να θέσει στην θεραπεία και το είδος του θεραπευτικού προγράμματος που πρέπει να ακολουθήσει.

Με ποια σειρά αντιμετωπίζονται ο τραυλισμός και οι φωνολογικές δυσκολίες στη λογοθεραπεία.

Όσον αφορά την παρέμβαση και τη σειρά που επιλέγεται να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες, δεν υπάρχει «χρυσός κανόνας». Μια καλή πρακτική είναι, να δοθεί προτεραιότητα σε αυτό που θα κάνει τη μεγαλύτερη διαφορά στην επικοινωνία, στη λειτουργικότητα και στην ψυχολογία του παιδιού.

Είναι σημαντικό επίσης, ο λογοθεραπευτής, να γνωρίζει καλά και τις δύο διαταραχές και να μπορεί να κρατήσει «ισορροπία» στις πιέσεις που μπορεί να δημιουργεί στο παιδί η θεραπευτική παρέμβαση για κάθε μία από τις δύο δυσκολίες. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται η πιθανότητα η θεραπεία για τη μία διαταραχή να επιδρά αρνητικά στην άλλη. Για παράδειγμα, αν ένα παιδί τραυλίζει και παράλληλα έχει αρκετές φωνολογικές δυσκολίες, η πίεση που μπορεί να αισθανθεί από την παρέμβαση για τους φθόγγους των λέξεων μπορεί να ενεργοποιήσει αύξηση του τραυλισμού.

Σύμφωνα με τα ερευνητικά δεδομένα και την κλινική εμπειρία, η θεραπευτική παρέμβαση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες ικανότητες και δυσκολίες του κάθε παιδιού, να σέβεται το επίπεδο εξέλιξης των λειτουργιών του και να λαμβάνει υπόψη την ιδιοσυγκρασία του. Προτείνεται, η θεραπεία να γίνεται μέσα από το παιχνίδι και όχι εν είδει «μαθήματος».

Να εστιάζει στο λειτουργικό κομμάτι του παιδιού, με τρόπο που ενισχύει την αυτοπεποίθηση, τη σιγουριά και άνεση στην επικοινωνία. Καλύτερα ένα παιδί συμμετέχει και να επικοινωνεί μιλώντας δυσκατάληπτα ή τραυλίζοντας παρά να απομονώνεται και να σιωπά επειδή αισθάνεται ότι δεν μιλά τόσο καλά όσο θα ήθελε ο λογοθεραπευτής ή ο γονιός.

Τι να κάνω σαν γονιός

Εάν το παιδί σας τραυλίζει και ταυτόχρονα δεν μιλά καθαρά λόγω πιθανών φωνολογικών δυσκολιών:

  1. Aπευθυνθείτε σε έναν λογοθεραπευτή εξειδικευμένο στον τραυλισμό. Ο εξειδικευμένος λογοθεραπευτής γνωρίζει την αναγκαιότητα της συνολικής διερεύνησης του γλωσσικού συστήματος και της ροής της ομιλίας του παιδιού και έχει τον τρόπο να το κάνει.
  2. Συζητήστε μαζί με τον λογοθεραπευτή τα αποτελέσματα της διερεύνησης, αποτυπώστε τις συνολικές ανάγκες του παιδιού και ενημερωθείτε για τη σημασία των φωνολογικών δυσκολιών στην ικανότητα του παιδιού να μιλά με καλή ροή.
  3. Ιεραρχήστε μαζί με τον εξειδικευμένο λογοθεραπευτή τις ανάγκες του παιδιού και καταλήξτε σε προτεραιότητες με βάση συγκεκριμένα κριτήρια και κλινικό σκεπτικό που λαμβάνει υπόψη τα δεδομένα του συγκεκριμένου παιδιού.
  4. Διασφαλίστε ότι σαν γονείς θα συμμετέχετε στη λογοθεραπεία με τρόπο που αξιοποιεί τις μοναδικές γνώσεις σας για το παιδί σας. Σαν αποτέλεσμα της συμμετοχής σας και της καλύτερης κατανόησης των δυσκολιών του παιδιού και του τρόπου που τις διαχειρίζεστε, η ανησυχία σας θα μειώνεται και θα αυξάνεται η σιγουριά σας για την έκβαση της λογοθεραπείας.

Η λογοθεραπεία για τις φωνολογικές δυσκολίες όπως και για τον τραυλισμό γίνεται μέσα από το παιχνίδι και το παιδί χαίρεται και την αναζητά. Η εξασκησιακού τύπου λογοθεραπεία με υποδείξεις του σημείου άρθρωσης, του τρόπου αναπνοής ή την επανάληψη λέξεων πολλές φορές, μπορεί να έχει αντίθετα αποτελέσματα.

Βικτωρία Δημητρακή
Λογοπεδικός, B.Sc., PGDip.CCS.
Εξειδικευμένη θεραπεύτρια παιδιών και ενηλίκων. Κλινική Επόπτρια.

Το άρθρο της Βικτώριας Δημητρακή αναδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ορίζοντες Γνώσης

 

Βιβλιογραφία

Arndt.J., Healey, E.C.(2001). Concomitant disorders in school – age children who stutter. Language, Speech and Hearing Services in Schools, 32, 68-78.

Bernstein, Ratner N. (1997). Stuttering: A psycholinguistic perspective. (pp. 97-127). In R. Curlee & G. Siegel (eds.). Nature and Treatment of Stuttering: New directions, 2nd ed. Boston: Allyn & Bacon.

Blood G.W., Ridenour Jr. V.J., Qualls C.A. and Hammer C.S. Co-occuring disorders in Children who stutter. Journal of Communication Disorders, 36, 2003, pp.427-448.

Bloodstein, O. (1995). A handbook on Stuttering, 5th ed. San Diego: Singular Publishing Group.

Byrd, K., & Cooper, E.B. (1989). Apraxic speech characteristics in stuttering, developmentally apraxic and normal speaking children. Journal of Fluency Disorders, 14, 215-229.

Conture, E.G. (2001). Stuttering: Its nature, diagnosis and treatment. Boston: Allyn and Bacon.

Guitar B.(1998). Stuttering: An Integrated Approach to its Nature and Treatment, 2nd ed. Lippincott, Williams & Wilkings.

Nippold, M. (1990). Concomitant speech and language disorders in stuttering children: A critique of the literature. Journal of Speech and Hearing Disorders, 55, pp.51-60.

Wolk,L., Edwards, ML & Conture EG. Coexistence of Stuttering and Disordered Phonology in Young Children. Journal of Speech and Hearing Research, vol.36, pp.906-917, Oct 1993.

Comments are closed.
Επικοινωνία

Για οποιαδήποτε απορία και εκδήλωση ενδιαφέροντος μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας
Translate »