Φανταστείτε την ακόλουθη σκηνή. Περιμένετε να παραγγείλετε καφέ και πλησιάζει η στιγμή. Σκέφτεστε ότι οι λέξεις από “κ” βγαίνουν δύσκολα. Ο προηγούμενος παρήγγειλε και ήρθε η σειρά σας. Ο φόβος για τη λέξη “καπουτσίνο” διογκώνεται. Είναι κι άλλοι πίσω που περιμένουν και ανυπομονούν να παραγγείλουν. Διαισθάνεστε ότι η λέξη δεν θα βγει και ότι θα μείνετε άφωνος/νη με το στόμα ανοιχτό. Δεν το αντέχετε, έχει ξαναγίνει. Παραγγέλνετε “freddo espresso” με ανακούφιση, παρότι δεν είναι η πρώτη σας επιλογή. Αποφεύγοντας τη δύσκολη λέξη από “κ”, ο φόβος του τραυλισμού προσωρινά αποσβένεται. Για πόσο όμως;
Για κάποιους ενηλίκους που τραυλίζουν η παραπάνω ιστορία επαναλαμβάνεται πολλές φορές την ημέρα. Η ομιλία μπροστά σε άλλους ανθρώπους, η αγορά εισιτηρίου, η συνομιλία στο τηλέφωνο, η απάντηση στην ερώτηση “πώς λέγεστε”, η συνομιλία σε ένα κατάστημα ή σε μία υπηρεσία, η παραγγελία καφέ ή φαγητού, η επικοινωνία με τους τηλεφωνητές-ρομπότ των εταιρειών, αποτελούν αυτόματες πράξεις επικοινωνίας για τους περισσότερους από εμάς, αλλά μπορεί να αποτελούν καθημερινό εφιάλτη για τα πρόσωπα που τραυλίζουν.
Οι Όψεις του Τραυλισμού
Είναι εμφανές από τα παραπάνω παραδείγματα ότι ο τραυλισμός στους ενηλίκους που τραυλίζουν έχει πολλές όψεις. Η προφανής όψη είναι η λεκτική. Κ/κ/κ/κ/κολλάω ή τρααααααβάω τους ήχους στην προσπάθειά μου να βγάλω τη λέξη και να συνεχίσω να μιλώ ή λέω πολλές φορές την ίδια συ-συ-συ-συλλαβή.
Στον συγκεκριμένο τρόπο ομιλίας ο ενήλικος που τραυλίζει έχει εξαρτήσει αρνητικά συναισθήματα όπως ντροπή, αγωνία, φόβο, αμηχανία, ανασφάλεια, μειονεξία. Τα συναισθήματα αυτά αποτελούν την καλυμμένη όψη του τραυλισμού, αυτή που είναι σχεδόν πάντα παρούσα αλλά δεν είναι εμφανής. Για τον ενήλικο που πριν μιλήσει φοβάται ότι θα τραυλίσει, τραυλισμός είναι ο φόβος αυτός καθαυτός και όχι απαραίτητα το κόλλημα στη λέξη που, εν τέλει, μπορεί και να μη συμβεί.
Η τρίτη όψη του τραυλισμού είναι αυτή της λειτουργικότητας. Οι ενήλικοι που τραυλίζουν από την παιδική τους ηλικία βλέπουν την επικοινωνία μέσα από το πρίσμα του τραυλισμού. Κάνουν επιλογές στη ζωή τους λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τραυλίζουν και αυτό τους οδηγεί σε περιορισμούς στη λειτουργικότητά τους, σε περιορισμούς στη δραστηριότητα και συμμετοχή στον καθημερινό τους βίο. Δικηγόρος επιλέγει να γίνει δικηγόρος γραφείου γιατί φοβάται να μιλήσει στο ακροατήριο, φιλόλογος γίνεται επιμελητής εκδόσεων γιατί φοβάται να μιλήσει στην τάξη, στέλεχος επιχείρησης απορρίπτει πρόταση προαγωγής γιατί φοβάται τις παρουσιάσεις στα άλλα στελέχη και τα τηλεφωνήματα.
Στην προσπάθεια, το Πρόσωπο που Τραυλίζει, να διαχειριστεί τον τραυλισμό του, ενεργοποιεί διάφορους μηχανισμούς. Πριν καν τραυλίσει, αλλάζει λέξεις, μιλά περιφραστικά, αποφεύγει να μιλά, χαμηλώνει τα μάτια ή μιλά ψιθυριστά, συλλαβιστά, τραγουδιστά ή λίγο. Τη στιγμή του τραυλισμού, αντί να αφήσει τον τραυλισμό να συμβεί, “σπρώχνει” τους αρθρωτές για να βγάλει τη λέξη, αυξάνοντας τη μυϊκή πίεση στο στόμα και ενεργοποιώντας γκριμάτσες στο πρόσωπο ή κλείσιμο των ματιών. Στην πλειοψηφία τους αυτές οι συμπεριφορές διαχείρισης ή αποφυγής προσφέρουν παροδική ανακούφιση αλλά εν τέλει επιδεινώνουν το πρόβλημα και αθροίζονται στη συνολική δυσκολία. Αντί για βοηθήματα καταλήγουν να είναι μέρος του προβλήματος.
Ο Ρόλος του Συνομιλητή, του Περιβάλλοντος και των Κοινωνικών Στερεοτύπων
Ενήλικος που συμμετείχε σε ένα από τα ομαδικά προγράμματα θεραπείας του ΚΕΘΤ έλεγε πως στην υποθετική “τραυλοχώρα” όπου όλοι τραυλίζουν, αυτός που δεν τραυλίζει θα είναι o δακτυλοδεικτούμενος, αναδεικνύοντας τον ρόλο του περιβάλλοντος και τον κοινωνικών στερεοτύπων στο βίωμα του τραυλισμού. Το δίλημμα τραυλισμός ή ευφράδεια είναι παραπλανητικό, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε η απόλυτη ευφράδεια ούτε ο απόλυτος τραυλισμός. Η ροή διακυμαίνεται σε ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών ομιλιών με ποικίλες, σε είδος και συχνότητα, δυσροές και η ομιλία του καθενός μας τοποθετείται σε κάποιο σημείο αυτού του φάσματος. Μάλιστα αυτή η τοποθέτηση διακυμαίνεται ανάλογα με την περίσταση επικοινωνίας, τον συνομιλητή, την ψυχική κατάσταση, τον διαθέσιμο χρόνο, τον σκοπό για τον οποίο μιλάμε, κοκ.
Η αποτελεσματική επικοινωνία είναι ευθύνη του ομιλητή και του συνομιλητή. Τα κολλήματα, οι επαναλήψεις, τα τραβήγματα στους φθόγγους είναι ακούσια και οφείλονται σε έναν διαφορετικό τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου κατά την ομιλία. Έχουν οργανικό υπόστρωμα, δεν έχουν ψυχολογικά αίτια, και δεν ευθύνεται το πρόσωπο που τραυλίζει για αυτά. Οι αρνητικές σκέψεις, τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές διαχείρισης που τα συνοδεύουν, ενεργοποιούνται σαν ένας μηχανισμός προστασίας και αντανακλούν στερεότυπα που υποδηλώνουν ότι ο τραυλισμός δεν είναι αποδεκτός τρόπος ομιλίας. Στερεότυπα που συντηρούνται και διογκώνονται από τις συνειδητές ή ασυνείδητες αντιδράσεις των συνομιλητών του προσώπου που τραυλίζει αλλά και από την έλλειψη κουλτούρας συμπερίληψης της νευροδιαφορετικότητας του τραυλισμού στην ελληνική κοινωνία.
Η ομιλία με τραυλισμό καθίσταται δυσλειτουργική και από την ανικανότητα του περιβάλλοντος και των υπηρεσιών που παρέχονται μέσα σε αυτό, να υποστηρίξουν οτιδήποτε απομακρύνεται από αυτό που θεωρείται “τυπικό”. Το περιβάλλον –πρόσωπα, υπηρεσίες, θεσμοί, νομοθεσία– καλείται να αλλάξει για να υποστηρίξει τη διαφορετική ομιλία όσων μιλούν διαφορετικά, με την ίδια συμπεριληπτική λογική που φροντίζει για όλους τους ανθρώπους.
Κατάλληλες θεραπευτικές παρεμβάσεις μπορεί να κάνουν μεγάλη διαφορά στην ομιλία, την επικοινωνία, τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής του ενηλίκου που τραυλίζει. Η ηλικία δεν είναι περιοριστική. Ποτέ δεν είναι αργά!
Υπάρχουν Λύσεις για τον Ενήλικο που Τραυλίζει;
Κάθε πρόσωπο που τραυλίζει είναι μοναδικό και έχει τη δική του μοναδική εμπειρία τραυλισμού. Η λογοθεραπεία θα πρέπει να απαντά διαφοροποιημένα στις ιδιαίτερες προσδοκίες του κάθε ενηλίκου που τραυλίζει και να τον ενδυναμώνει να επιτύχει τις αλλαγές που επιθυμεί στην καθημερινή επικοινωνία του με τους άλλους ανθρώπους.
Η λογοθεραπεία μπορεί να ενδυναμώσει τον ενήλικο που τραυλίζει:
- Να μιλά ελεύθερα με ή χωρίς τραυλισμό και να κάνει όλα όσα θέλει να κάνει στον καθημερινό του βίο, χωρίς περιορισμούς από την ομιλία.
- Να μιλά με σιγουριά, αυθορμητισμό και αυτοπεποίθηση και να αντλεί χαρά και ικανοποίηση κατά την επικοινωνία του με τους άλλους ανθρώπους.
- Να έχει ανοιχτή, απευαισθητοποιημένη στάση απέναντι στη νευροδιαφορετικότητα του τραυλισμού και να αισθάνεται την ομιλία με τραυλισμό ως δικό του δικαίωμα.
- Να διαχειρίζεται την ομιλία του, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σχετικά με αυτή, με τρόπο που εξυπηρετεί τις επικοινωνιακές του ανάγκες και διευκολύνει την επικοινωνία του.
- Να εκπαιδεύσει και να απευαισθητοποιήσει το περιβάλλον του να τον ακούει διαφορετικά, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του ακροατή, κατά την επικοινωνία.